Οι κυπριακοί έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων, οι πρώτοι που επιβάλλονται στην ευρωζώνη, μπορεί να διαρκέσουν για χρόνια, τονίζει το πρώτο θέμα του δικτύου Bloomberg, .
Όπως επισημαίνει το πρακτορείο, η Κύπρος είναι εν όψει ενός άνευ προηγουμένου οικονομικού πειράματος: στην επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων σε μια οικονομία που δεν έχει το δικό της νόμισμα.
Χώρες από την Αργεντινή μέχρι και την Ισλανδία έχουν χρησιμοποιήσει παρόμοια μέτρα στο παρελθόν για να υπερασπιστούν τις οικονομίες τους έναντι της υποτίμησης.
Όντας μέλος της ευρωζώνης καθιστά πιο δύσκολο για το νησί να επιβάλλει περιορισμούς, καθώς οποιαδήποτε κεφάλαια εγκαταλείπου το τραπεζικό σύστημα μπορεί να βγουν έξω από την Κύπρο χωρίς να χάνουν αξία.
Αυτό ίσως καταστήσει πιο δύσκολο το στόχο που έθεσε χθες ο υπουργός Οικονομικών της Κύπρου, Μιχάλης Σαρρής, για την άρση των όποιων περιορισμών σε κάποιες εβδομάδες.
Όταν οι οικονομίες στην Ασία και τη Λατινική Αμερική προσπάθησαν να περιορίσουν την εκροή κεφαλαίων στη δεκαετία του ’80 και ου ’90, κατέληξαν να έχουν τα συγκεκριμένα μέτρα σε ισχύ για διάστημα από έξι μήνες μέχρι δύο χρόνια. Η Ισλανδία, άλλη μία χώρα με υπερμεγέθες τραπεζικό σύστημα, έχει ακόμη σε ισχύ ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, πέντε χρόνια αφότου οι τράπεζές της κατέρρευσαν το 2008.
Όπως δηλώνει ο Nicolas Veron, senior fellow στο Bruegel, «εξαιτίας της πολιτικής κακοδιαχείρισης, έχουμε τώρα τους πρώτους περιορισμούς στην κίνηση των κεφαλαίων στην ευρωζώνη. Πόσος καιρός θεωρείται «προσωρινό»; Μπορεί να εξελιχθεί όπως στην Ισλανδία, να διαρκέσει για πολλά χρόνια», δήλωσε.
Η Κύπρος είναι πιθανό να ανακοινώσει σήμερα τι είδους ελέγχους σχεδιάζει να επιβάλει, προτού ανοίξουν οι τράπεζες, που είναι προγραμματισμένο για αύριο. Οι ηγέτες της χώρας προσπαθούν να αποτρέψουν τη φυγή κεφαλαίων από τα πιστωτικά ιδρύματα του νησιού, τα οποία είναι κλειστά περίπου για δύο εβδομάδες.
«Θα χρειαστούν κάποιους σοβαρούς ελέγχους για να καταστήσουν σίγουρο ότι τα λεφτά δεν θα φύγουν από τη χώρα. Δεν μπορώ να δω πώς θα μείνουν εθελοντικά αυτά τα κεφάλαια», σχολίασε ο Νικόλαος Πανυγιρτζόγλου της JP Morgan Chase & Co.