“Άσε ρε που οι τουρίστριες έρχονται εδώ για τις πέτρες”, έλεγε με βεβαιότητα ο δασύτριχος Πίπης από τα Ολυμπια. Ήταν βέβαιος ότι το πλήθος των τουριστών συνέρρεε στην Ελλάδα μαγεμένο όχι από την κλασσική παιδεία που απολάμβανε όλη η Δύση, αλλά από το τριχωτό του στήθος αφού ως γνωστόν “οι ξένοι δεν τις περιποιούνται ρε, εδώ στην Ελλάδα έρχονται για να χορτάσουν”.

Τα χρόνια πέρασαν και ο Πίπης, πρασινοφουράρα, διορίστηκε στον ΟΤΕ, έγινε συνδικαλισταράς, φόρεσε κοστούμι και φώναζε για το “δίκιο του εργάτη”. Όχι του κανονικού εργάτη που έπρεπε να κάνει τεμενάδες τρεις μήνες στον κάθε Πίπη για να βάλει ένα ρημαδοτηλέφωνο, αλλά του “εργάτη” τύπου Παναγόπουλου της ΓΣΕΕ. Αυτού που διαδήλωνε μαζί με τον μέγα στοχαστή για να φύγει η κακιά η δεξιά, που τσεπώνει 5 χιλιάρικα το μήνα χωρίς να πατά ποτέ στην δουλειά του, του “εργάτη” που η μοναδική του εργασία ήταν να τα τσεπώνει χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα παρά μόνο μπούγιο.

Ήρθε η στιγμή που ο Πίπης έγινε βουλευτής, πήρε τις τύχες της χώρας στα χέρια του, έκανε και δύο περάσματα από κοσμικές στήλες του Νίτρο και απετέλεσε το πρότυπο για τις επόμενες γενιές.

Η εξελικτική διαδικασία του “ξέρεις ποιός ειμ’ εγώ ρε” Πίπη που βρήκε την χρυσή αγελάδα για ν’ αρμέγει, είναι το φαινόμενο Ρεπούση.

Η ίδια ελληναράδικη κουτοπονηριά, σε άλλο περιτύλιγμα. Το “εγώ είμαι καθηγήτρια ρε” είναι ο φερετζές για να κάνει ο σύγχρονος Πίπης την δουλίτσα του. Ίδιος οίστρος με τον κλασσικό Πίπη όταν έπαιρνε το φακελάκι για να καθαρίσει την σύνδεση πατ κιουτ.

“Ποιά αρχαία ελληνικά ρε;” καγχάζει η Ρεπούση στους κουτόφραγκους που δεν είχαν την τύχη να βγουν παραέξω να σπουδάσουν για να δουν ποιά ακριβώς η θέση των Αρχαίων Ελληνικών στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του πολιτισμένου κόσμου.

Και ακούει ο ιθαγενής με γουρλωμένα μάτια την “καθηγήτρια” από το βήμα της βουλής, όπως άκουγε τον καραφλομούστακο της κλαδικής να εξυμνεί τον Μαντέλη και τον γίγαντα Σημίτη που στην ποδιά του σφαζόταν ο ΟΗΕ και το ΝΑΤΟ ποιός θα τον πρωτοπάρει όταν παραιτήθηκε από την ΠΑΣΟΚάρα.

Δυστυχώς μια χώρα με υπουργούς παιδείας τύπου Γιώργου Παπανδρέου και Άννας Διαμαντοπούλου, αποχαύνωσε τόσο τον λαό που κάθεται και ασχολείται σοβαρά με την μπίζνα της Ρεπούση. Όπως πίστευε τον Πίπη τον συνδικαλισταρά του ΟΤΕ που ορκιζόταν αγκαλιά με τον Παπανδρέου και τον Παπακωνσταντίνου ότι “δεν θα ιδιωτικοποιηθεί”. Γι’ αυτό και βρέθηκαν 1600 αποχαυνωμένοι ελληναράδες να στείλουν στην βουλή την Ρεπούση, όπως το 12% των Πατρινών έστειλε στην βουλή τον Γιώργο Παπανδρέου. Όπως θα βρεθούν χαϊβάνια που θα συνωστίζονται στην οθόνη για να βλέπουν Πέτρο Κωστόπουλο στο Μέγκα να διαφημίζει Φατμαγκιούλ “επειδή έχει ωραία πλοκή”. Όχι επειδή οι παμπόνηροι Τούρκοι ξοδεύουν κάτι εκατομμύρια για να βλεπουμε εμείς Μέγκα και να διαβάζουμε πως 1,5 εκ. Αρμένιοι πέθαναν από την “ηρωϊκή αντίσταση των τούρκων”.

Advertisements